Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλαμάκια

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η κίνηση με την οποία χτυπάμε τις δύο παλάμες μας μεταξύ τους, για να προκαλέσουμε την προσοχή κάποιου ή για να εκφράσουμε την επιδοκιμασία μας Βικιλεξικό
    • η καθηγήτρια χτύπησε παλαμάκια, για να ησυχάσει τα παιδιά
    • αν νομίζεις ότι θα κάθομαι εδώ μόνο για να σ' ακούω και να σου βαράω παλαμάκια, είσαι γελασμένος
  2. ο ήχος που ακούγεται όταν χτυπάμε τα δυο χέρια μεταξύ τους Βικιλεξικό
  3. χορός ηπειρώτικος σε ρυθμό 2/4 Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλαμάκια < παλάμη + -άκια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλαμάκιαπαλαμάκια
Γενική——
Αιτιατική—παλαμάκια
Κλητική—παλαμάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →