παλαμάκια
•
- η κίνηση με την οποία χτυπάμε τις δύο παλάμες μας μεταξύ τους, για να προκαλέσουμε την προσοχή κάποιου ή για να εκφράσουμε την επιδοκιμασία μας Βικιλεξικό
- η καθηγήτρια χτύπησε παλαμάκια, για να ησυχάσει τα παιδιά
- αν νομίζεις ότι θα κάθομαι εδώ μόνο για να σ' ακούω και να σου βαράω παλαμάκια, είσαι γελασμένος
- ο ήχος που ακούγεται όταν χτυπάμε τα δυο χέρια μεταξύ τους Βικιλεξικό
- χορός ηπειρώτικος σε ρυθμό 2/4 Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλαμάκια < παλάμη + -άκια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλαμάκια | παλαμάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | — | παλαμάκια |
| Κλητική | — | παλαμάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →