Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλάμη

/paˈla.mi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανατομίατο εσωτερικό τμήμα του ανθρώπινου χεριού, από τον καρπό μέχρι την άκρη των δακτύλων Βικιλεξικό
    • Είχε παλάμες μικρές, μα δάχτυλα μακριά -όπως και νύχια, βαμμένα λευκά μονάχα στην απόληξή τους- (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
    • Του είπα την ταρίφα και μετά του 'φτιαξα καφέ. Ελληνικό, στο χοντρό φλιτζάνι, να μείνει μπόλικος ντελβές όταν το αναποδογυρίσω. Τον ήπιε λες και έπινε κάτουρο. Μετά ζήτησα να δω την παλάμη του. (Κώστας Ακρίβος, Τελευταία νέα από την Ιθάκη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
  2. μονάδα μέτρησηςένα δεκατόμετρο Βικιλεξικό
  3. μονάδα μέτρησηςόσο το άνοιγμα της ανθρώπινης παλάμης Βικιλεξικό
  4. μονάδα μέτρησηςτο ένα δέκατο του πήχη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλάμη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παλάμη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλάμηπαλάμες
Γενικήπαλάμηςπαλαμών
Αιτιατικήπαλάμηπαλάμες
Κλητικήπαλάμηπαλάμες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →