παλιάνθρωπος
•
- άνθρωπος ανήθικος, ανέντιμος, κακοήθης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλιάνθρωπος < παλι(ο) + άνθρωπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλιάνθρωπος | παλιάνθρωποι |
| Γενική | παλιάνθρωπου / παλιανθρώπου | παλιάνθρωπων / παλιανθρώπων |
| Αιτιατική | παλιάνθρωπο | παλιάνθρωπους / παλιανθρώπους |
| Κλητική | παλιάνθρωπε | παλιάνθρωποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →