κάθαρμα
•
- υβριστικόο ελεεινός και τρισάθλιος άνθρωπος, ο ανήθικος Βικιλεξικό
- «οι πελάτες, είτε καθιστός είσαι είτε όρθιος, το ίδιο σπασαρχίδικο κάθαρμα πιστεύουν πως είσαι, οπότε για όνομα του θεού μείνε στο καροτσάκι σου» (Χάνια Γιαναγκιχάρα, Λίγη ζωή, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
Ετυμολογία
κάθαρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κάθαρμα (μολυσμένο απομεινάρι μετά από καθαρμό - απόβλητος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάθαρμα | καθάρματα |
| Γενική | καθάρματος | καθαρμάτων |
| Αιτιατική | κάθαρμα | καθάρματα |
| Κλητική | κάθαρμα | καθάρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →