Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παλικαράκι

/pa.li.kaˈɾa.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αγόρι στην παιδική ή την εφηβική ηλικία Βικιλεξικό
    • Ο Πέτρος ήταν τότε παλικαράκι δεκαεφτά χρονώ. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη, 1950)
    • Παλικαράκι ακόμα, την πρωτοείδα σε μια Κυριακάτικη απογευματινή βόλτα της. Όλη η Θεσσαλονίκη έκανε την Κυριακάτικη απογευματινή βόλτα της στη λεωφόρο των Εξοχών (Στέλλα Σελήνη, Προσωπική Υπόθεση, εκδ. Ακακία, 2018)
  2. μειωτικόκάποιος που παριστάνει το παλικάρι, το γενναίο ή τον νταή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παλικαράκι < παλικάρ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαλικαράκιπαλικαράκια
Γενική——
Αιτιατικήπαλικαράκιπαλικαράκια
Κλητικήπαλικαράκιπαλικαράκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →