παλικαρίσιος
•
- που αρμόζει ή χαρακτηρίζει ένα παλικάρι· θαρρετός, γενναίος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλικαρίσιος < παλικάρ(ι) + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παλικαρίσιος | παλικαρίσια | παλικαρίσιο |
| Γενική | παλικαρίσιου | παλικαρίσιας | παλικαρίσιου |
| Αιτιατική | παλικαρίσιο | παλικαρίσια | παλικαρίσιο |
| Κλητική | παλικαρίσιε | παλικαρίσια | παλικαρίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παλικαρίσιοι | παλικαρίσιες | παλικαρίσια |
| Γενική | παλικαρίσιων | παλικαρίσιων | παλικαρίσιων |
| Αιτιατική | παλικαρίσιους | παλικαρίσιες | παλικαρίσια |
| Κλητική | παλικαρίσιοι | παλικαρίσιες | παλικαρίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →