παλινορθώνω
•
- παρωχημένοξαναστήνω κάτι όρθιο, το ξαναφέρνω στην αρχική θέση του Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεπαναφέρω κάποιον μονάρχη στην εξουσία, αποκαθιστώ το μοναρχικό καθεστώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλινορθώνω < (καθαρεύουσα) παλινορθ(ῶ) + -ώνω < παλινόρθωσις (αναδρομικός σχηματισμός) < αρχαία ελληνική πάλιν + ὀρθόω / ὀρθῶ < ὀρθός :* για την πολιτική < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική restaurer
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →