παλτό
•
- ενδυμασίαβαρύ και ζεστό ένδυμα για τον κορμό, μάλλινο ή γούνινο με μανίκια, που φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα ρούχα Βικιλεξικό
- Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμάς Ι Χαρπαντίδης, Τα δώρα του πανικού: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006, σελ. 162)
- Με τα δάχτυλα ακόμη μπλεγμένα, διασχίζουμε ατελείωτες σειρές από βίντατζ ρούχα στο αγαπημένο υπαίθριο παζάρι του Τζάσπερ. Δοκιμάζω ένα βίντατζ Σανέλ παλτό και ο Τζάσπερ αγοράζει κι άλλα τζιν για τη συλλογή του. (Shana Feste, Jen Besser, Ερωτευμένη Diana, μετάφραση Αγορίτσα Μπακοδήμου, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
- Πού αφήνουμε τα παλτά μας; Υπάρχει βεστιάριο;
- Το σκίσιμο στο πίσω μέρος των παλτό είναι ραμμένο. Όταν τα αγοράσετε θα πρέπει να το ξηλώσετε.
- αθλητισμόςαθλητής, συνήθως ακριβοπληρωμένος, ο οποίος δεν αποδίδει τα αναμενόμενα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παλτό < (άμεσο δάνειο) γαλλική paletot (προφορά: /palto/), απ' όπου και η ιταλική paltò < μέση αγγλική paltok
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παλτό | παλτά |
| Γενική | παλτού | παλτών |
| Αιτιατική | παλτό | παλτά |
| Κλητική | παλτό | παλτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →