πανεπιστημιακός
•
- ο εργαζόμενος σε πανεπιστήμιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανεπιστημιακός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανεπιστημιακή / πανεπιστημιακός / πανεπιστημιακό | πανεπιστημιακές / πανεπιστημιακοί / πανεπιστημιακά |
| Γενική | πανεπιστημιακής / πανεπιστημιακού / πανεπιστημιακού | πανεπιστημιακών / πανεπιστημιακών / πανεπιστημιακών |
| Αιτιατική | πανεπιστημιακή / πανεπιστημιακό / πανεπιστημιακό | πανεπιστημιακές / πανεπιστημιακούς / πανεπιστημιακά |
| Κλητική | πανεπιστημιακή / πανεπιστημιακέ / πανεπιστημιακό | πανεπιστημιακές / πανεπιστημιακοί / πανεπιστημιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →