Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανεπιστημιακός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο εργαζόμενος σε πανεπιστήμιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανεπιστημιακός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανεπιστημιακή / πανεπιστημιακός / πανεπιστημιακόπανεπιστημιακές / πανεπιστημιακοί / πανεπιστημιακά
Γενικήπανεπιστημιακής / πανεπιστημιακού / πανεπιστημιακούπανεπιστημιακών / πανεπιστημιακών / πανεπιστημιακών
Αιτιατικήπανεπιστημιακή / πανεπιστημιακό / πανεπιστημιακόπανεπιστημιακές / πανεπιστημιακούς / πανεπιστημιακά
Κλητικήπανεπιστημιακή / πανεπιστημιακέ / πανεπιστημιακόπανεπιστημιακές / πανεπιστημιακοί / πανεπιστημιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πανεπιστημιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ή αναφέρεται στο πανεπιστήμιο Βικιλεξικό
    • πανεπιστημιακές σπουδές, πανεπιστημιακό γυμναστήριο, πανεπιστημιακό άσυλο

Ετυμολογία

πανεπιστημιακός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανεπιστημιακόςπανεπιστημιακήπανεπιστημιακό
Γενικήπανεπιστημιακούπανεπιστημιακήςπανεπιστημιακού
Αιτιατικήπανεπιστημιακόπανεπιστημιακήπανεπιστημιακό
Κλητικήπανεπιστημιακέπανεπιστημιακήπανεπιστημιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανεπιστημιακοίπανεπιστημιακέςπανεπιστημιακά
Γενικήπανεπιστημιακώνπανεπιστημιακώνπανεπιστημιακών
Αιτιατικήπανεπιστημιακούςπανεπιστημιακέςπανεπιστημιακά
Κλητικήπανεπιστημιακοίπανεπιστημιακέςπανεπιστημιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →