Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανεύφημος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου ευφημείται σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανεύφημος < ελληνιστική κοινή πανεύφημος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανεύφημοςπανεύφημηπανεύφημο
Γενικήπανεύφημουπανεύφημηςπανεύφημου
Αιτιατικήπανεύφημοπανεύφημηπανεύφημο
Κλητικήπανεύφημεπανεύφημηπανεύφημο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανεύφημοιπανεύφημεςπανεύφημα
Γενικήπανεύφημωνπανεύφημωνπανεύφημων
Αιτιατικήπανεύφημουςπανεύφημεςπανεύφημα
Κλητικήπανεύφημοιπανεύφημεςπανεύφημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →