πανομοιότυπος
•
- τελείως ίδιος, ολόιδιος - για αντίγραφο Βικιλεξικό
- χαιρέτησε τον Ραγκούση αμήχανα και του έδειξε να καθίσει απέναντί του, σε μια πολυθρόνα από μπαμπού, πανομοιότυπη μ' εκείνην όπου άραζε η Σιλβί Κριστέλ ξώβυζη , όποτε υποδυόταν την Εμμανουέλα. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- Φωτογράφημα καὶ πανομοιότυπον τῆς ἐπιγραφῆς ἐστάλησαν πρὸς τὸν καθηγητὴν Γεώργιον STEPHENS, τὸν διάσημον ἀρχαιοδίφην, ὅστις πλήρη ἔχων τὸν νοῦν του τῶν βορείων ἀρχαιοτήτων ἀπεφάνθη ὅτι ἡ ἐπιγραφὴ συνίσταται ἐκ 12 ῥουνικῶν στίχων (Έσπερος: σύγγραμμα περιοδικόν μετά εικόνων δις του μηνός, 1884, σελ. 51)
Ετυμολογία
πανομοιότυπος < παν- + ελληνιστική κοινή ὁμοιότυπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανομοιότυπος | πανομοιότυπη | πανομοιότυπο |
| Γενική | πανομοιότυπου | πανομοιότυπης | πανομοιότυπου |
| Αιτιατική | πανομοιότυπο | πανομοιότυπη | πανομοιότυπο |
| Κλητική | πανομοιότυπε | πανομοιότυπη | πανομοιότυπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανομοιότυποι | πανομοιότυπες | πανομοιότυπα |
| Γενική | πανομοιότυπων | πανομοιότυπων | πανομοιότυπων |
| Αιτιατική | πανομοιότυπους | πανομοιότυπες | πανομοιότυπα |
| Κλητική | πανομοιότυποι | πανομοιότυπες | πανομοιότυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →