πανουκλιάζω
•
- Προσβάλλομαι από την πανούκλα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανουκλιάζω < πανούκλα + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πανουκλιάζω | πανουκλιάζεις | πανουκλιάζει | πανουκλιάζουμε | πανουκλιάζετε | πανουκλιάζουν / πανουκλιάζουνε |
| Παρατατικός | πανούκλιαζα | πανούκλιαζες | πανούκλιαζε | πανουκλιάζαμε | πανουκλιάζατε | πανουκλιάζαν / πανουκλιάζανε / πανούκλιαζαν |
| Αόριστος | πανούκλιασα | πανούκλιασες | πανούκλιασε | πανουκλιάσαμε | πανουκλιάσατε | πανουκλιάσαν / πανουκλιάσανε / πανούκλιασαν |
| Μέλλοντας | θα πανουκλιάζω / θα πανουκλιάσω | θα πανουκλιάζεις / θα πανουκλιάσεις | θα πανουκλιάζει / θα πανουκλιάσει | θα πανουκλιάζουμε / θα πανουκλιάσουμε | θα πανουκλιάζετε / θα πανουκλιάσετε | θα πανουκλιάζουν / θα πανουκλιάζουνε / θα πανουκλιάσουν / θα πανουκλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πανουκλιάσει | έχεις πανουκλιάσει | έχει πανουκλιάσει | έχουμε πανουκλιάσει | έχετε πανουκλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πανουκλιάσει | είχες πανουκλιάσει | είχε πανουκλιάσει | είχαμε πανουκλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πανουκλιάσει / να πανουκλιάζω / να πανουκλιάσω | να έχεις πανουκλιάσει / να πανουκλιάζεις / να πανουκλιάσεις | να έχει πανουκλιάσει / να πανουκλιάζει / να πανουκλιάσει | να έχουμε πανουκλιάσει / να πανουκλιάζουμε / να πανουκλιάσουμε | να έχετε πανουκλιάσει / να πανουκλιάζετε / να πανουκλιάσετε | να πανουκλιάζουν / να πανουκλιάζουνε / να πανουκλιάσουν / να πανουκλιάσουνε |
| Προστακτική | — | πανούκλιαζε / πανούκλιασε | — | — | πανουκλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πανουκλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →