πανουκλιασμένος
•
- ο προσβεβλημένος από την πανούκλα. Που νοσεί από πανούκλα. Βικιλεξικό
- Ο ιατρός πήγε στο σπίτι της πανουκλιασμένης κόρης.
- μεταφορικάο καταραμένος. Βικιλεξικό
- Πανουκλιασμένος άνθρωπος! Δεν πρόκειται να δει προκοπή!
Ετυμολογία
πανουκλιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πανουκλιάζω
Άλλοι τύποι
πανουκλιασμέναπανουκλιασμένεπανουκλιασμένεςπανουκλιασμένηπανουκλιασμένηςπανουκλιασμένοπανουκλιασμένοιπανουκλιασμένοςπανουκλιασμένουπανουκλιασμένουςπανουκλιασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →