Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανουκλιασμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. ο προσβεβλημένος από την πανούκλα. Που νοσεί από πανούκλα. Βικιλεξικό
    • Ο ιατρός πήγε στο σπίτι της πανουκλιασμένης κόρης.
  2. μεταφορικάο καταραμένος. Βικιλεξικό
    • Πανουκλιασμένος άνθρωπος! Δεν πρόκειται να δει προκοπή!

Ετυμολογία

πανουκλιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πανουκλιάζω

Άλλοι τύποι

πανουκλιασμέναπανουκλιασμένεπανουκλιασμένεςπανουκλιασμένηπανουκλιασμένηςπανουκλιασμένοπανουκλιασμένοιπανουκλιασμένοςπανουκλιασμένουπανουκλιασμένουςπανουκλιασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →