Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανσπερμικός

/pan.speɾ.miˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πανσπερμία, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανσπερμικός (μαρτυρείται από το 1895 ως «πανσπερμικοὶ συρφετοί (ἐν τῇ πολιτικῇ)» < πανσπερμ(ία) + -ικός κατά τη γαλλική panspermique < pansperm(ie) + -ique.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανσπερμικόςπανσπερμικήπανσπερμικό
Γενικήπανσπερμικούπανσπερμικήςπανσπερμικού
Αιτιατικήπανσπερμικόπανσπερμικήπανσπερμικό
Κλητικήπανσπερμικέπανσπερμικήπανσπερμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανσπερμικοίπανσπερμικέςπανσπερμικά
Γενικήπανσπερμικώνπανσπερμικώνπανσπερμικών
Αιτιατικήπανσπερμικούςπανσπερμικέςπανσπερμικά
Κλητικήπανσπερμικοίπανσπερμικέςπανσπερμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →