πανσπερμιστής
•
- οπαδός ή υποστηρικτής της βιολογικής θεωρίας της πανσπερμίας (πανσπερμισμού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανσπερμιστής (μαρτυρείται από το 1863 ως «πανσπερμισταί»). Μορφολογικά αναλύεται σε πανσπερμ(ισμός) + -ιστής. Δείτε και τη γαλλική panspermiste < pansperm(ie) + -iste.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανσπερμιστής | πανσπερμιστές |
| Γενική | πανσπερμιστή | πανσπερμιστών |
| Αιτιατική | πανσπερμιστή | πανσπερμιστές |
| Κλητική | πανσπερμιστή | πανσπερμιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →