Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανσπουδαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά όλους τους σπουδαστές ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανσπουδαστικός < παν- + σπουδαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανσπουδαστικόςπανσπουδαστικήπανσπουδαστικό
Γενικήπανσπουδαστικούπανσπουδαστικήςπανσπουδαστικού
Αιτιατικήπανσπουδαστικόπανσπουδαστικήπανσπουδαστικό
Κλητικήπανσπουδαστικέπανσπουδαστικήπανσπουδαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανσπουδαστικοίπανσπουδαστικέςπανσπουδαστικά
Γενικήπανσπουδαστικώνπανσπουδαστικώνπανσπουδαστικών
Αιτιατικήπανσπουδαστικούςπανσπουδαστικέςπανσπουδαστικά
Κλητικήπανσπουδαστικοίπανσπουδαστικέςπανσπουδαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →