πανσπουδαστικός
•
- που αφορά όλους τους σπουδαστές ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανσπουδαστικός < παν- + σπουδαστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανσπουδαστικός | πανσπουδαστική | πανσπουδαστικό |
| Γενική | πανσπουδαστικού | πανσπουδαστικής | πανσπουδαστικού |
| Αιτιατική | πανσπουδαστικό | πανσπουδαστική | πανσπουδαστικό |
| Κλητική | πανσπουδαστικέ | πανσπουδαστική | πανσπουδαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανσπουδαστικοί | πανσπουδαστικές | πανσπουδαστικά |
| Γενική | πανσπουδαστικών | πανσπουδαστικών | πανσπουδαστικών |
| Αιτιατική | πανσπουδαστικούς | πανσπουδαστικές | πανσπουδαστικά |
| Κλητική | πανσπουδαστικοί | πανσπουδαστικές | πανσπουδαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →