σπουδάζω
•
- αμετάβατομελετώ με τρόπο συστηματικό και ολοκληρωμένο ένα θέμα, μια επιστήμη κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταβατικόεξασφαλίζω σε κάποιον τα απαραίτητα για τις σπουδές του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπουδάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σπουδάζω (ανάλογη σημασία) < αρχαία ελληνική σπουδάζω (επείγομαι, βιάζομαι) < σπουδή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπουδάζω | σπουδάζεις | σπουδάζει | σπουδάζουμε | σπουδάζετε | σπουδάζουν / σπουδάζουνε |
| Παρατατικός | σπούδαζα | σπούδαζες | σπούδαζε | σπουδάζαμε | σπουδάζατε | σπουδάζαν / σπουδάζανε / σπούδαζαν |
| Αόριστος | σπούδασα | σπούδασες | σπούδασε | σπουδάσαμε | σπουδάσατε | σπουδάσαν / σπουδάσανε / σπούδασαν |
| Μέλλοντας | θα σπουδάζω / θα σπουδάσω | θα σπουδάζεις / θα σπουδάσεις | θα σπουδάζει / θα σπουδάσει | θα σπουδάζουμε / θα σπουδάσουμε | θα σπουδάζετε / θα σπουδάσετε | θα σπουδάζουν / θα σπουδάζουνε / θα σπουδάσουν / θα σπουδάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σπουδάσει | έχεις σπουδάσει | έχει σπουδάσει | έχουμε σπουδάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπουδάσει | είχες σπουδάσει | είχε σπουδάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπουδάσει / να σπουδάζω / να σπουδάσω | να έχεις σπουδάσει / να σπουδάζεις / να σπουδάσεις | να έχει σπουδάσει / να σπουδάζει / να σπουδάσει | να έχουμε σπουδάσει / να σπουδάζουμε / να σπουδάσουμε | να σπουδάζετε / να σπουδάσετε | να σπουδάζουν / να σπουδάζουνε / να σπουδάσουν / να σπουδάσουνε |
| Προστακτική | — | σπούδαζε / σπούδασε | — | — | σπουδάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σπουδάστηκασπουδάζομαισπουδάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →