πανστρατιά
•
- στρατιωτικός όροςη στρατιωτική επιχείρηση που γίνεται με όλο τον στρατό Βικιλεξικό
- μεταφορικάη συστηματική κινητοποίηση όλων για κάποιο σκοπό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανστρατιά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πανστρατιά (όλος ο στρατός) < πᾶς (παν-) + στρατιά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →