παντιέρα
•
- σημαία, συνήθως πολεμική ή ναυτική Βικιλεξικό
- σήκωσε παντιέρα (δηλαδή επαναστάτησε)
Ετυμολογία
παντιέρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παντιέρα < ιταλική bandiera με αποηχηροποίηση του [b] > [p] < banda < φραγκικά *binda (συνδέω, ενώνω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰendʰ- (δένω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παντιέρα | παντιέρες |
| Γενική | παντιέρας | — |
| Αιτιατική | παντιέρα | παντιέρες |
| Κλητική | παντιέρα | παντιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →