παντοπώλης
•
- επάγγελμαο ιδιοκτήτης καταστήματος που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι Βικιλεξικό
- Ὁ οἰνοπώλης, ὁ παντοπώλης, ὁ ἀρτοποιός, ὁ δημοδιδάσκαλος ἐβάδιζον παραπλεύρως αὐτοῦ δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν, ὁ δὲ Δυκᾶς καὶ ὁ Φουρνερὲλ παρεχώρουν τὰ πρωτεῖα εἰς τοὺς σημαίνοντας ἐκλογεῖς, οἵτινες ἐνῷ ἐπορεύοντο εἰς τὸ σκοπευτήριον, ἀπηύθυνον ἐν τῷ μεταξύ πρὸς τὸν ὑποψήφιον προφορικάς τινας αἰτήσεις, σπείροντες ἤδη εἰς τὴν μνήμην τοῦ μέλλοντος βουλευτοῦ τὸν σπόρον τῶν ἀπαιτήσεων. (Ζυλ Κλαρετί (μτφ. Χ.Α.), Ο υποψήφιος στο περιοδικό Εστία, τόμ. 26, τχ. 658, 7 Αυγούστου 1888)
Ετυμολογία
παντοπώλης < παντο- (πας) + -πώλης (< πωλώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παντοπώλης | παντοπώλες |
| Γενική | παντοπώλη | παντοπωλών |
| Αιτιατική | παντοπώλη | παντοπώλες |
| Κλητική | παντοπώλη | παντοπώλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →