παντρεμένος
•
- που έχει παντρευτεί Βικιλεξικό
- ο σύζυγος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δείχνει ιδιαίτερη και αποκλειστική αφοσίωση σε κάτι Βικιλεξικό
- Είναι παντρεμένος με τη δουλειά του.
- μαγειρικήτρόπος μαγειρέματος φαγητού όπου συνδυάζεται με κάποιο άλλο, συνήθως ασυνήθιστο, υλικό Βικιλεξικό
- φάβα παντρεμένη, χοιρινό παντρεμένο με κοτόπουλο
Ετυμολογία
παντρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παντρεύω
Άλλοι τύποι
παντρεμέναπαντρεμένεπαντρεμένεςπαντρεμένηπαντρεμένηςπαντρεμένοπαντρεμένοιπαντρεμένοςπαντρεμένουπαντρεμένουςπαντρεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →