παντρεύω
•
- ενώνω ένα ζευγάρι με τα δεσμά του γάμου κατά τη διάρκεια επίσημης τελετής· λέγεται για τον ιερέα ή το δήμαρχο που έχουν τη νόμιμη εξουσία γι' αυτό το σκοπό Βικιλεξικό
- παρίσταμαι ως μάρτυρας στο γάμο δύο ανθρώπων και συμμετέχω στην τελετή ως κουμπάρος Βικιλεξικό
- ενεργώ ώστε δύο άνθρωποι να γνωριστούν και να παντρευτούν Βικιλεξικό
- ενεργώ ώστε κάποιος δικός μου άνθρωπος να βρει σύζυγο και να παντρευτεί Βικιλεξικό
- Πάντρεψε την κόρη του μ' ένα καλό παιδί.
- μεταφορικάσυνδυάζω δύο διαφορετικά στοιχεία σε ένα αρμονικό σύνολο Βικιλεξικό
- Πάντρεψε τη μουσική του Χ με τη χορογραφία του Υ.
- μεταφορικάσπάζω κάτι κατά λάθος Βικιλεξικό
- Ωχ! Τα πάντρεψε τα ποτήρια!
Ετυμολογία
παντρεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παντρεύω και ὑπανδρεύω < ελληνιστική κοινή ὕπανδρος (που είχε προφορά με [nd]) < αρχαία ελληνική ὑπό + ἀνήρ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παντρεύω | παντρεύεις | παντρεύει | παντρεύουμε | παντρεύετε | παντρεύουν / παντρεύουνε |
| Παρατατικός | πάντρευα | πάντρευες | πάντρευε | παντρεύαμε | παντρεύατε | πάντρευαν / παντρεύαν / παντρεύανε |
| Αόριστος | πάντρεψα | πάντρεψες | πάντρεψε | παντρέψαμε | παντρέψατε | πάντρεψαν / παντρέψαν / παντρέψανε |
| Μέλλοντας | θα παντρέψω / θα παντρεύω | θα παντρέψεις / θα παντρεύεις | θα παντρέψει / θα παντρεύει | θα παντρέψουμε / θα παντρεύουμε | θα παντρέψετε / θα παντρεύετε | θα παντρέψουν / θα παντρέψουνε / θα παντρεύουν / θα παντρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω παντρέψει | έχεις παντρέψει | έχει παντρέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παντρέψει | είχες παντρέψει | είχε παντρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παντρέψει / να παντρέψω / να παντρεύω | να έχεις παντρέψει / να παντρέψεις / να παντρεύεις | να έχει παντρέψει / να παντρέψει / να παντρεύει | να παντρέψουμε / να παντρεύουμε | να παντρέψετε / να παντρεύετε | να παντρέψουν / να παντρέψουνε / να παντρεύουν / να παντρεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε παντρεμένο / πάντρευε / πάντρεψε | — | — | παντρέψτε / παντρεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παντρεύτηκαπαντρεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →