πανόραμα
•
- η ευρεία θέα ενός τοπίου η πόλης από κάποιο ψηλό μέρος Βικιλεξικό
- μεταφορικάη παρουσίαση μιας μεγάλης ιστορικής περιόδου ή γεωγραφικής έκτασης με οπτικοακουστικό υλικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανόραμα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική panorama < παν- + ὅραμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανόραμα | πανοράματα |
| Γενική | πανοράματος | πανοραμάτων |
| Αιτιατική | πανόραμα | πανοράματα |
| Κλητική | πανόραμα | πανοράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →