Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπαδιά

/pa.paˈðʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η σύζυγος ενός ορθόδοξου ιερέα Βικιλεξικό
    • «..Και τι είχε παρακαλώ να του πει;» «Ότι λέει, φτάνει πια το νταραβέρι με το ράφτη, βούκινο έχει γίνει στο νησί, κι όσο την κρατάει στο μαγαζί, πλάι στην Όλγα μας, βγάζει κι η Όλγα όνομα κακό...» «Χριστός και Παναγιά», σταυροκοπήθηκε η παπαδιά, «τι νταραβέρι και αηδίες...» (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. ναυπηγικός όροςο καθρέφτης της βάρκας, ο άβακας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παπαδιά < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή παπαδία με συνίζηση < παπάς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαπαδιάπαπαδιές
Γενικήπαπαδιάςπαπαδιών
Αιτιατικήπαπαδιάπαπαδιές
Κλητικήπαπαδιάπαπαδιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →