παπαδιά
•
- η σύζυγος ενός ορθόδοξου ιερέα Βικιλεξικό
- «..Και τι είχε παρακαλώ να του πει;» «Ότι λέει, φτάνει πια το νταραβέρι με το ράφτη, βούκινο έχει γίνει στο νησί, κι όσο την κρατάει στο μαγαζί, πλάι στην Όλγα μας, βγάζει κι η Όλγα όνομα κακό...» «Χριστός και Παναγιά», σταυροκοπήθηκε η παπαδιά, «τι νταραβέρι και αηδίες...» (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- ναυπηγικός όροςο καθρέφτης της βάρκας, ο άβακας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπαδιά < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή παπαδία με συνίζηση < παπάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπαδιά | παπαδιές |
| Γενική | παπαδιάς | παπαδιών |
| Αιτιατική | παπαδιά | παπαδιές |
| Κλητική | παπαδιά | παπαδιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →