παππούλης
•
- χαϊδευτικόο παππούς Βικιλεξικό
- χαϊδευτικόο γεροντάκος Βικιλεξικό
- οικείοπαπάς ή μοναχός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παππούλης < παππ(ούς) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παππούλης | παππούληδες |
| Γενική | παππούλη | παππούληδων |
| Αιτιατική | παππούλη | παππούληδες |
| Κλητική | παππούλη | παππούληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →