παπυρολογικός
•
- σχετικός με την παπυρολογία και τους παπυρολόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπυρολογικός < παπυρολόγος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παπυρολογικός | παπυρολογική | παπυρολογικό |
| Γενική | παπυρολογικού | παπυρολογικής | παπυρολογικού |
| Αιτιατική | παπυρολογικό | παπυρολογική | παπυρολογικό |
| Κλητική | παπυρολογικέ | παπυρολογική | παπυρολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παπυρολογικοί | παπυρολογικές | παπυρολογικά |
| Γενική | παπυρολογικών | παπυρολογικών | παπυρολογικών |
| Αιτιατική | παπυρολογικούς | παπυρολογικές | παπυρολογικά |
| Κλητική | παπυρολογικοί | παπυρολογικές | παπυρολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →