Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πάπυρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το φυτό Cyperus papyrus, ιθαγενές στην κοιλάδα του ποταμού Νείλου Βικιλεξικό
  2. γραφική ύλη παρόμοια με το χαρτί, από τα φύλλα αυτού του φυτού Βικιλεξικό
  3. έγγραφο γραμμένο σε ένα κομμάτι τέτοιας γραφικής ύλης Βικιλεξικό
    • ἡ παπυρολογία, ἡ ἐπιγραφική, ἡ διπλωματική, ἡ νομισματική· ἂς προσεχθεῖ ὡστόσο ὅτι ὑπάρχει σχετική διαφοροποίηση τῶν γραφῶν τῶν ὡς ἄνω ἐπιστημῶν, ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ αὐτὸ καθ' αὐτὸ τὸ ὑλικὸ γραφῆς, εἰδικότερα: Ἡ παπυρολογία ἔχει ὡς ἀντικείμενο τὴν μελέτη (ἀνάγνωση , προσδιορισμό χρόνου καὶ τόπου γραφῆς, ἔκδοση) τῶν χιλιάδων παπύρων, οἱ ὁποῖοι βρέθηκαν στὸ τέλος, κυρίως, τοῦ 19ου καὶ στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος (Γεώργιος Κ. Παπάζογλου, Βυζαντινή βιβλιολογία: Εισαγωγή στην Ελληνική παλαιογραφία και κωδικολογία, 2009, σελ. 117)

Ετυμολογία

πάπυρος < αρχαία ελληνική πάπυρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπάπυροςπάπυροι
Γενικήπάπυρου / παπύρουπάπυρων / παπύρων
Αιτιατικήπάπυροπάπυρους / παπύρους
Κλητικήπάπυρεπάπυροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →