παράβημα
•
- αρχιτεκτονικήχώρος εκατέρωθεν του Αγίου Βήματος σε (ορθόδοξο) χριστιανικό ναό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράβημα < μεσαιωνική ελληνική παράβημα < αρχαία ελληνική παρά + βῆμα < βαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράβημα | παραβήματα |
| Γενική | παραβήματος | παραβημάτων |
| Αιτιατική | παράβημα | παραβήματα |
| Κλητική | παράβημα | παραβήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →