παράδοξο
•
- κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με την κοινή λογική, που περιέχει αντίφαση Βικιλεξικό
- λογικήλογική πρόταση που ενώ είναι φανερά λάθος στηρίζεται λογικά Βικιλεξικό
- Γνωστά παράδοξα από την αρχαιότητα είναι τα παράδοξα του Ζήνωνα, όπως το παράδοξο του Αχιλλέα με τη χελώνα.
Ετυμολογία
παράδοξο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου παράδοξος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράδοξο | παράδοξα |
| Γενική | παράδοξου | παράδοξων |
| Αιτιατική | παράδοξο | παράδοξα |
| Κλητική | παράδοξο | παράδοξα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →