αντίφαση
•
- λογικήη ύπαρξη έγκυρων συνεπαγωγών που ξεκινούν από μία θέση (ή θέσεις) και καταλήγουν σε μία πρόταση που είναι ψευδής ή ισοδύναμα, σε μια πρόταση και την άρνησή της, κάτι που αποδεικνύει ότι η θέση δεν μπορεί να είναι αληθής Βικιλεξικό
- Έτσι τα κακώς κείμενα, οι αντιφάσεις, οι δυσλειτουργίες, οι ανεπιείκειες και οι αδικίες του κόσμου δεν θα αίρονταν ως δια μαγείας και από μόνες του (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
- λογικήσύνθετη λογική πρόταση που είναι πάντα 'Ψευδής' Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίφαση < αρχαία ελληνική ἀντίφασις < ἀντίφημι < ἀντί + φημί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίφαση | αντιφάσεις |
| Γενική | αντίφασης | αντιφάσεων |
| Αιτιατική | αντίφαση | αντιφάσεις |
| Κλητική | αντίφαση | αντιφάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →