παρέγχυμα
•
- βοτανικήο μαλακός και σπογγώδης ιστός σε φύλλα, καρπούς ή κλαδιά Βικιλεξικό
- ανατομίατο κυρίως τμήμα του ιστού ενός οργάνου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρέγχυμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρέγχυμα < παρ- + ἔγυχμα (έγχυμα) : για τη βοτανική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική parenchyme < ελληνιστική κοινή παρέγχυμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρέγχυμα | παρεγχύματα |
| Γενική | παρεγχύματος | παρεγχυμάτων |
| Αιτιατική | παρέγχυμα | παρεγχύματα |
| Κλητική | παρέγχυμα | παρεγχύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →