Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρέκβαση

/paˈɾek.va.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απομάκρυνση κάποιου ομιλητή ή συγγραφέα από το κυρίως θέμα του Βικιλεξικό
    • Θα μου επιτρέψετε να κάνω μια μικρή παρέκβαση και να αναφερθώ σε άλλες πηγές.
  2. μεταφορικάη απομάκρυνση, η παρεκτροπή από το δρόμο μου Βικιλεξικό
    • Κατά τον Αριστοτέλη, παρέκβαση της Δημοκρατίας είναι η οχλοκρατία.

Ετυμολογία

παρέκβαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρέκβα(σις) + -ση < παρεκβαίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε παρ- + εκ- + βάση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρέκβασηπαρεκβάσεις
Γενικήπαρέκβασηςπαρεκβάσεων
Αιτιατικήπαρέκβασηπαρεκβάσεις
Κλητικήπαρέκβασηπαρεκβάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →