παρέκβαση
•
- η απομάκρυνση κάποιου ομιλητή ή συγγραφέα από το κυρίως θέμα του Βικιλεξικό
- Θα μου επιτρέψετε να κάνω μια μικρή παρέκβαση και να αναφερθώ σε άλλες πηγές.
- μεταφορικάη απομάκρυνση, η παρεκτροπή από το δρόμο μου Βικιλεξικό
- Κατά τον Αριστοτέλη, παρέκβαση της Δημοκρατίας είναι η οχλοκρατία.
Ετυμολογία
παρέκβαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρέκβα(σις) + -ση < παρεκβαίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε παρ- + εκ- + βάση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρέκβαση | παρεκβάσεις |
| Γενική | παρέκβασης | παρεκβάσεων |
| Αιτιατική | παρέκβαση | παρεκβάσεις |
| Κλητική | παρέκβαση | παρεκβάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →