Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρέκκλιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να παρεκκλίνει, λοξοδρομεί κάποιος από την προηγούμενη πορεία του Βικιλεξικό
  2. το να παρεκκλίνει κάποιος από αυτό που συνήθως θεωρείται αποδεκτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρέκκλιση < (ελληνιστική κοινή) παρέκκλισις < παρά + ἐκ + κλίσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρέκκλισηπαρεκκλίσεις
Γενικήπαρέκκλισηςπαρεκκλίσεων
Αιτιατικήπαρέκκλισηπαρεκκλίσεις
Κλητικήπαρέκκλισηπαρεκκλίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →