Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρέμβαση

/paˈɾeɱ.va.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ανάμειξη κάποιου σε υπόθεση άλλων Βικιλεξικό
    • Η παρέμβαση συγγενών δημιουργεί συχνά προβλήματα στις σχέσεις των ζευγαριών.
  2. ό,τι παρεμβάλλεται, η παρεμβολή Βικιλεξικό
    • τεχνικές παρεμβάσεις σε ένα χώρο
  3. η άποψη που μπορεί να εκφέρει κάποιος για ένα θέμα σε μια συζήτηση Βικιλεξικό
    • τηλεφωνική παρέμβαση του υπουργού στο δελτίο ειδήσεων
    • Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια απόφαση παρουσιάζει η απόρριψη παρέμβασης σωματείου με προσδιοριζόμενο στο καταστατικό του σκοπό την προάσπιση και τη μέριμνα για την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η παρέμβαση αυτή κρίθηκε ότι ασκείται απαραδέκτως, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με το αιτιολογικό ότι το παρεμβαίνον σωματείο δεν επικαλείται και δεν αποδεικνύει ότι ο συγκεκριμένος αντιρρησίας αποτελεί μέλος του, ούτε ότι κάποιο μέλος του βλάπτεται από την τυχόν ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης (Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003 από το τέλος του εμφυλίου στο τέλος της μεταπολίτευσης, εκδ. Καστανιώτη, 2004)

Ετυμολογία

παρέμβαση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα παρέμβα(σις) + -ση (ελληνιστική κοινή) κατά το σχήμα παρεκβαίνω - παρέκβαση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική intervention Μορφολογικά αναλύεται σε παρ- + έμ- + βάση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαρέμβασηπαρεμβάσεις
Γενικήπαρέμβασηςπαρεμβάσεων
Αιτιατικήπαρέμβασηπαρεμβάσεις
Κλητικήπαρέμβασηπαρεμβάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →