παρένθεση
•
- σημείο στίξης με τα σύμβολα ( ) που περικλείουν λέξεις ή φράσεις συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές στον λόγο Βικιλεξικό
- οι λέξεις ή φράσεις που κλείνονται εντός του παραπάνω σημείου στίξης Βικιλεξικό
- μεταφορικάό,τι ξεφεύγει από την ομοιομορφία ή μια ομοιόμορφη ροή και την διακόπτει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρένθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρένθεσις & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική parenthèse < υστερολατινική parenthesis < υστερολατινική παρένθεσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρένθεση | παρενθέσεις |
| Γενική | παρένθεσης | παρενθέσεων |
| Αιτιατική | παρένθεση | παρενθέσεις |
| Κλητική | παρένθεση | παρενθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →