παρέχω
•
- δίνω κάτι σε κάποιον, χορηγώ, προμηθεύω, προσφέρω, προξενώ Βικιλεξικό
- Το Λουξεμβούργο είχε ήδη συμφωνήσει να παράσχει πληροφορίες για τις συμφωνίες του με ξένες εταιρείες στις κυβερνήσεις των χωρών που θα τις ζητούσαν, όμως απέρριπτε το αίτημα των υπηρεσιών ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης επειδή δεν είναι φορολογικές αρχές. (* εφημερίδα Το Βήμα)
Ετυμολογία
παρέχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρέχω < (παρά) παρ- + ἔχω
Άλλοι τύποι
παρέσχονπαρέχομαιπαρασχέθηκαπαρείχα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →