παρήχηση
•
- σχήμα λόγουη επανάληψη ενός φθόγγου (ή περισσότερων) σε κάποιο στίχο ή κάποια φράση Βικιλεξικό
- Στον στίχο «τυφλὸς τά τ᾽ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ᾽ ὄμματ᾽ εἶ» από τον Οιδίποδα Τύραννο (371) του Σοφοκλή έχουμε παρήχηση του τ.
Ετυμολογία
παρήχηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παρήχησις < παρηχέομαι / παρηχοῦμαι < παρ- + ἠχέω / ἠχῶ < ἦχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παρήχηση | παρηχήσεις |
| Γενική | παρήχησης | παρηχήσεων |
| Αιτιατική | παρήχηση | παρηχήσεις |
| Κλητική | παρήχηση | παρηχήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →