Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παρηχητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παρήχηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παρηχητικός < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρηχητικόςπαρηχητικήπαρηχητικό
Γενικήπαρηχητικούπαρηχητικήςπαρηχητικού
Αιτιατικήπαρηχητικόπαρηχητικήπαρηχητικό
Κλητικήπαρηχητικέπαρηχητικήπαρηχητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαρηχητικοίπαρηχητικέςπαρηχητικά
Γενικήπαρηχητικώνπαρηχητικώνπαρηχητικών
Αιτιατικήπαρηχητικούςπαρηχητικέςπαρηχητικά
Κλητικήπαρηχητικοίπαρηχητικέςπαρηχητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →