παρίσταμαι
•
- λόγιοείμαι παρών, βρίσκομαι σε κάποιο σημείο μαζί με άλλους Βικιλεξικό
- Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέστη στα εγκαίνια του Μορφωτικού Κέντρου.
- νομικός όροςείμαι παρών σε δίκη ως δικηγόρος υπεράσπισης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παρίσταμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παρίσταμαι (< παρ- + ἵσταμαι), μεσοπαθητικός τύπος του παρίστημι
Άλλοι τύποι
παρέστη3oπαρίστατο3oπαριστάμενος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →