Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παριστάμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. αυτός που παρίσταται κάπου, που είναι παρών σε ένα μέρος (πχ. σε μια συζήτηση) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παριστάμενος < παρίσταμαι

Άλλοι τύποι

παριστάμεναπαριστάμενεπαριστάμενεςπαριστάμενηπαριστάμενηςπαριστάμενοπαριστάμενοιπαριστάμενοςπαριστάμενουπαριστάμενουςπαριστάμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →