παριστάμενος
•
- αυτός που παρίσταται κάπου, που είναι παρών σε ένα μέρος (πχ. σε μια συζήτηση) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παριστάμενος < παρίσταμαι
Άλλοι τύποι
παριστάμεναπαριστάμενεπαριστάμενεςπαριστάμενηπαριστάμενηςπαριστάμενοπαριστάμενοιπαριστάμενοςπαριστάμενουπαριστάμενουςπαριστάμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →