Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραβλέπω

ρήμα
•
  1. κάνω ότι δεν είδα κάτι λανθασμένο, αγνοώ εκούσια ένα λάθος και δείχνω επιείκεια Βικιλεξικό
    • Τα λάθη είναι τόσο σοβαρά, που δεν μπορεί να τα παραβλέψει κανείς
  2. βλέπω κάποιον υπερβολικά συχνά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραβλέπω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραβλέπω # παραβλέπω < παρα- + βλέπω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραβλέπωπαραβλέπειςπαραβλέπειπαραβλέπουμεπαραβλέπετεπαραβλέπουν / παραβλέπουνε
Παρατατικόςπαρέβλεπα / παραβλεπόμουναπαρέβλεπες / παραβλεπόσουναπαρέβλεπε / παραβλεπότανεπαραβλέπαμεπαραβλέπατε / παραβλεπόσαστεπαρέβλεπαν / παραβλέπαν / παραβλέπανε / παραβλεπόντουσαν
Αόριστοςπαρέβλεψαπαρέβλεψεςπαρέβλεψεπαραβλέψαμεπαραβλέψατεπαραβλέψαν / παραβλέψανε / παρέβλεψαν / παραϊδωθήκαν / παραϊδωθήκανε
Μέλλονταςθα παραβλέπω / θα παραβλέψω / θα παραϊδωθώθα παραβλέψεις / θα παραβλέπεις / θα παραϊδωθείςθα παραβλέψει / θα παραβλέπει / θα παραϊδωθείθα παραβλέπουμε / θα παραβλέψουμε / θα παραϊδωθούμεθα παραβλέπετε / θα παραβλέψετε / θα παραϊδωθείτεθα παραβλέπουν / θα παραβλέπουνε / θα παραβλέψουν / θα παραβλέψουνε / θα παραϊδωθούν / θα παραϊδωθούνε
Παρακείμενοςέχω παραβλέψει / έχω παραϊδωθείέχεις παραβλέψει / έχεις παραϊδωθείέχει παραβλέψει / έχει παραϊδωθείέχουμε παραϊδωθεί——
Υπερσυντέλικοςείχα παραβλέψει / είχα παραϊδωθείείχες παραβλέψει / είχες παραϊδωθείείχε παραϊδωθεί———
Υποτακτικήνα παραβλέπω / να έχω παραβλέψει / να παραβλέψω / να παραϊδωθώ / να έχω παραϊδωθείνα έχεις παραβλέψει / να παραβλέψεις / να παραβλέπεις / να παραϊδωθείς / να έχεις παραϊδωθείνα έχει παραβλέψει / να παραβλέψει / να παραβλέπει / να έχει παραϊδωθεί / να παραϊδωθείνα παραβλέπουμε / να παραβλέψουμε / να παραϊδωθούμε / να έχουμε παραϊδωθείνα παραβλέπετε / να παραβλέψετε / να παραϊδωθείτενα παραβλέπουν / να παραβλέπουνε / να παραβλέψουν / να παραβλέψουνε / να παραϊδωθούν / να παραϊδωθούνε
Προστακτική—παράβλεπε / παράβλεψε / παραϊδωθείτε——παραβλέπετε / παραβλέψτε / παραϊδωθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραβλέπομαιπαραβλέπεσαιπαραβλέπεταιπαραβλεπόμαστεπαραβλέπεστεπαραβλέπονται
Παρατατικόςπαραβλεπόμουνπαραβλεπόσουνπαραβλεπότανπαραβλεπόμασταν / παραβλεπόμαστεπαραβλεπόσαστανπαραβλέπονταν
Αόριστοςπαραβλέφθηκα / παραειδώθηκαπαραειδώθηκεςπαραειδώθηκεπαραϊδωθήκαμεπαραϊδωθήκατεπαραειδώθηκαν
Μέλλονταςθα παραβλέπομαιθα παραβλέπεσαιθα παραβλέπεταιθα παραβλεπόμαστεθα παραβλέπεστεθα παραβλέπονται
Υποτακτικήνα παραβλέπομαινα παραβλέπεσαινα παραβλέπεταινα παραβλεπόμαστενα παραβλέπεστενα παραβλέπονται
Προστακτική————παραβλέπεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →