παραβλέπω
•
- κάνω ότι δεν είδα κάτι λανθασμένο, αγνοώ εκούσια ένα λάθος και δείχνω επιείκεια Βικιλεξικό
- Τα λάθη είναι τόσο σοβαρά, που δεν μπορεί να τα παραβλέψει κανείς
- βλέπω κάποιον υπερβολικά συχνά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραβλέπω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή παραβλέπω # παραβλέπω < παρα- + βλέπω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραβλέπω | παραβλέπεις | παραβλέπει | παραβλέπουμε | παραβλέπετε | παραβλέπουν / παραβλέπουνε |
| Παρατατικός | παρέβλεπα / παραβλεπόμουνα | παρέβλεπες / παραβλεπόσουνα | παρέβλεπε / παραβλεπότανε | παραβλέπαμε | παραβλέπατε / παραβλεπόσαστε | παρέβλεπαν / παραβλέπαν / παραβλέπανε / παραβλεπόντουσαν |
| Αόριστος | παρέβλεψα | παρέβλεψες | παρέβλεψε | παραβλέψαμε | παραβλέψατε | παραβλέψαν / παραβλέψανε / παρέβλεψαν / παραϊδωθήκαν / παραϊδωθήκανε |
| Μέλλοντας | θα παραβλέπω / θα παραβλέψω / θα παραϊδωθώ | θα παραβλέψεις / θα παραβλέπεις / θα παραϊδωθείς | θα παραβλέψει / θα παραβλέπει / θα παραϊδωθεί | θα παραβλέπουμε / θα παραβλέψουμε / θα παραϊδωθούμε | θα παραβλέπετε / θα παραβλέψετε / θα παραϊδωθείτε | θα παραβλέπουν / θα παραβλέπουνε / θα παραβλέψουν / θα παραβλέψουνε / θα παραϊδωθούν / θα παραϊδωθούνε |
| Παρακείμενος | έχω παραβλέψει / έχω παραϊδωθεί | έχεις παραβλέψει / έχεις παραϊδωθεί | έχει παραβλέψει / έχει παραϊδωθεί | έχουμε παραϊδωθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραβλέψει / είχα παραϊδωθεί | είχες παραβλέψει / είχες παραϊδωθεί | είχε παραϊδωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να παραβλέπω / να έχω παραβλέψει / να παραβλέψω / να παραϊδωθώ / να έχω παραϊδωθεί | να έχεις παραβλέψει / να παραβλέψεις / να παραβλέπεις / να παραϊδωθείς / να έχεις παραϊδωθεί | να έχει παραβλέψει / να παραβλέψει / να παραβλέπει / να έχει παραϊδωθεί / να παραϊδωθεί | να παραβλέπουμε / να παραβλέψουμε / να παραϊδωθούμε / να έχουμε παραϊδωθεί | να παραβλέπετε / να παραβλέψετε / να παραϊδωθείτε | να παραβλέπουν / να παραβλέπουνε / να παραβλέψουν / να παραβλέψουνε / να παραϊδωθούν / να παραϊδωθούνε |
| Προστακτική | — | παράβλεπε / παράβλεψε / παραϊδωθείτε | — | — | παραβλέπετε / παραβλέψτε / παραϊδωθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραβλέπομαι | παραβλέπεσαι | παραβλέπεται | παραβλεπόμαστε | παραβλέπεστε | παραβλέπονται |
| Παρατατικός | παραβλεπόμουν | παραβλεπόσουν | παραβλεπόταν | παραβλεπόμασταν / παραβλεπόμαστε | παραβλεπόσασταν | παραβλέπονταν |
| Αόριστος | παραβλέφθηκα / παραειδώθηκα | παραειδώθηκες | παραειδώθηκε | παραϊδωθήκαμε | παραϊδωθήκατε | παραειδώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα παραβλέπομαι | θα παραβλέπεσαι | θα παραβλέπεται | θα παραβλεπόμαστε | θα παραβλέπεστε | θα παραβλέπονται |
| Υποτακτική | να παραβλέπομαι | να παραβλέπεσαι | να παραβλέπεται | να παραβλεπόμαστε | να παραβλέπεστε | να παραβλέπονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | παραβλέπεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →