Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραγεμίζω

ρήμα
•
  1. γεμίζω πάρα πολύ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπροσθέτω άχρηστα στοιχεία σε κάτι Βικιλεξικό
  3. μαγειρικήβάζω τη γέμιση Βικιλεξικό
    • Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 1900, σελ. 362 https://www.google.gr/books/edition/H%C4%93merologion_enkyklopaidikon_tou_1901/VLUpAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&pg=PA364&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

παραγεμίζω < παρα- + γεμίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραγεμίζωπαραγεμίζειςπαραγεμίζειπαραγεμίζουμεπαραγεμίζετεπαραγεμίζουν / παραγεμίζουνε
Παρατατικόςπαραγέμιζαπαραγέμιζεςπαραγέμιζεπαραγεμίζαμεπαραγεμίζατεπαραγέμιζαν / παραγεμίζαν / παραγεμίζανε
Αόριστοςπαραγέμισαπαραγέμισεςπαραγέμισεπαραγεμίσαμεπαραγεμίσατεπαραγέμισαν / παραγεμίσαν / παραγεμίσανε
Μέλλονταςθα παραγεμίζω / θα παραγεμίσωθα παραγεμίζεις / θα παραγεμίσειςθα παραγεμίζει / θα παραγεμίσειθα παραγεμίζουμε / θα παραγεμίσουμεθα παραγεμίζετε / θα παραγεμίσετεθα παραγεμίζουν / θα παραγεμίζουνε / θα παραγεμίσουν / θα παραγεμίσουνε
Παρακείμενοςέχω παραγεμίσειέχεις παραγεμίσειέχει παραγεμίσειέχουμε παραγεμίσειέχετε παραγεμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παραγεμίσειείχες παραγεμίσειείχε παραγεμίσειείχαμε παραγεμίσει——
Υποτακτικήνα έχω παραγεμίσει / να παραγεμίζω / να παραγεμίσωνα έχεις παραγεμίσει / να παραγεμίζεις / να παραγεμίσειςνα έχει παραγεμίσει / να παραγεμίζει / να παραγεμίσεινα έχουμε παραγεμίσει / να παραγεμίζουμε / να παραγεμίσουμενα έχετε παραγεμίσει / να παραγεμίζετε / να παραγεμίσετενα παραγεμίζουν / να παραγεμίζουνε / να παραγεμίσουν / να παραγεμίσουνε
Προστακτική—παραγέμιζε / παραγέμισε——παραγεμίζετε / παραγεμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →