Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραγεμιστός

/pa.ɾa.ʝe.miˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν παραγεμίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παραγεμιστός < μεσαιωνική ελληνική παραγεμιστός < παραγεμίζ(ω) + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραγεμιστόςπαραγεμιστήπαραγεμιστό
Γενικήπαραγεμιστούπαραγεμιστήςπαραγεμιστού
Αιτιατικήπαραγεμιστόπαραγεμιστήπαραγεμιστό
Κλητικήπαραγεμιστέπαραγεμιστήπαραγεμιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαραγεμιστοίπαραγεμιστέςπαραγεμιστά
Γενικήπαραγεμιστώνπαραγεμιστώνπαραγεμιστών
Αιτιατικήπαραγεμιστούςπαραγεμιστέςπαραγεμιστά
Κλητικήπαραγεμιστοίπαραγεμιστέςπαραγεμιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →