Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παραγνωρίζω

ρήμα
•
  1. σχηματίζω λανθασμένη αντίληψη για κάτι, δεν αναγνωρίζω την πραγματική του αξία ή σημασία Βικιλεξικό
  2. δεν αναγνωρίζω κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
    • Η Μάγδα παραγνωρίζει τη λογική, την υπερβαίνει, είναι αιθεροβάμων. Υποστηρίζει αυτό που είναι ακατόρθωτο, το ανέφικτο. (Παναγιώτης Τέτσης, Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  3. γνωρίζω πολύ καλά κάποιον και του συμπεριφέρομαι με οικειότητα Βικιλεξικό
  4. εκμεταλλεύομαι οικεία ή φιλική σχέση με άπρεπες φέρσιμο-απρεπή συμπεριφορά Βικιλεξικό
    • παίρνω τον αέρα κάποιου με αρνητική σημασία και δεν τον σέβομαι

Ετυμολογία

παραγνωρίζω < παρα + γνωρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπαραγνωρίζωπαραγνωρίζειςπαραγνωρίζειπαραγνωρίζουμεπαραγνωρίζετεπαραγνωρίζουν / παραγνωρίζουνε
Παρατατικόςπαραγνώριζαπαραγνώριζεςπαραγνώριζεπαραγνωρίζαμεπαραγνωρίζατεπαραγνωρίζαν / παραγνωρίζανε / παραγνώριζαν
Αόριστοςπαραγνώρισαπαραγνώρισεςπαραγνώρισεπαραγνωρίσαμεπαραγνωρίσατεπαραγνωρίσαν / παραγνωρίσανε / παραγνώρισαν
Μέλλονταςθα παραγνωρίζω / θα παραγνωρίσωθα παραγνωρίζεις / θα παραγνωρίσειςθα παραγνωρίζει / θα παραγνωρίσειθα παραγνωρίζουμε / θα παραγνωρίσουμεθα παραγνωρίζετε / θα παραγνωρίσετεθα παραγνωρίζουν / θα παραγνωρίζουνε / θα παραγνωρίσουν / θα παραγνωρίσουνε
Παρακείμενοςέχω παραγνωρίσειέχεις παραγνωρίσειέχει παραγνωρίσειέχουμε παραγνωρίσειέχετε παραγνωρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα παραγνωρίσειείχες παραγνωρίσειείχε παραγνωρίσειείχαμε παραγνωρίσει——
Υποτακτικήνα έχω παραγνωρίσει / να παραγνωρίζω / να παραγνωρίσωνα έχεις παραγνωρίσει / να παραγνωρίζεις / να παραγνωρίσειςνα έχει παραγνωρίσει / να παραγνωρίζει / να παραγνωρίσεινα έχουμε παραγνωρίσει / να παραγνωρίζουμε / να παραγνωρίσουμενα έχετε παραγνωρίσει / να παραγνωρίζετε / να παραγνωρίσετενα παραγνωρίζουν / να παραγνωρίζουνε / να παραγνωρίσουν / να παραγνωρίσουνε
Προστακτική—παραγνώριζε / παραγνώρισε——παραγνωρίζετε / παραγνωρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →