παραγνωρίζω
•
- σχηματίζω λανθασμένη αντίληψη για κάτι, δεν αναγνωρίζω την πραγματική του αξία ή σημασία Βικιλεξικό
- δεν αναγνωρίζω κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- Η Μάγδα παραγνωρίζει τη λογική, την υπερβαίνει, είναι αιθεροβάμων. Υποστηρίζει αυτό που είναι ακατόρθωτο, το ανέφικτο. (Παναγιώτης Τέτσης, Φαρμακείον Ευάγγελου Ραφαλιά, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- γνωρίζω πολύ καλά κάποιον και του συμπεριφέρομαι με οικειότητα Βικιλεξικό
- εκμεταλλεύομαι οικεία ή φιλική σχέση με άπρεπες φέρσιμο-απρεπή συμπεριφορά Βικιλεξικό
- παίρνω τον αέρα κάποιου με αρνητική σημασία και δεν τον σέβομαι
Ετυμολογία
παραγνωρίζω < παρα + γνωρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραγνωρίζω | παραγνωρίζεις | παραγνωρίζει | παραγνωρίζουμε | παραγνωρίζετε | παραγνωρίζουν / παραγνωρίζουνε |
| Παρατατικός | παραγνώριζα | παραγνώριζες | παραγνώριζε | παραγνωρίζαμε | παραγνωρίζατε | παραγνωρίζαν / παραγνωρίζανε / παραγνώριζαν |
| Αόριστος | παραγνώρισα | παραγνώρισες | παραγνώρισε | παραγνωρίσαμε | παραγνωρίσατε | παραγνωρίσαν / παραγνωρίσανε / παραγνώρισαν |
| Μέλλοντας | θα παραγνωρίζω / θα παραγνωρίσω | θα παραγνωρίζεις / θα παραγνωρίσεις | θα παραγνωρίζει / θα παραγνωρίσει | θα παραγνωρίζουμε / θα παραγνωρίσουμε | θα παραγνωρίζετε / θα παραγνωρίσετε | θα παραγνωρίζουν / θα παραγνωρίζουνε / θα παραγνωρίσουν / θα παραγνωρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραγνωρίσει | έχεις παραγνωρίσει | έχει παραγνωρίσει | έχουμε παραγνωρίσει | έχετε παραγνωρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραγνωρίσει | είχες παραγνωρίσει | είχε παραγνωρίσει | είχαμε παραγνωρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραγνωρίσει / να παραγνωρίζω / να παραγνωρίσω | να έχεις παραγνωρίσει / να παραγνωρίζεις / να παραγνωρίσεις | να έχει παραγνωρίσει / να παραγνωρίζει / να παραγνωρίσει | να έχουμε παραγνωρίσει / να παραγνωρίζουμε / να παραγνωρίσουμε | να έχετε παραγνωρίσει / να παραγνωρίζετε / να παραγνωρίσετε | να παραγνωρίζουν / να παραγνωρίζουνε / να παραγνωρίσουν / να παραγνωρίσουνε |
| Προστακτική | — | παραγνώριζε / παραγνώρισε | — | — | παραγνωρίζετε / παραγνωρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →