υποτιμώ
•
- αποδίδω σε κάποιον ή κάτι αξία μικρότερη από αυτήν που πραγματικά έχει Βικιλεξικό
- οικονομίαμειώνω τη συναλλαγματική ισοτιμία ενός νομίσματος έναντι ξένων νομισμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποτιμώ < αρχαία ελληνική ὑποτιμῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υποτιμώ | υποτιμείς | υποτιμεί | υποτιμούμε | υποτιμείτε | υποτιμούν / υποτιμούνε |
| Παρατατικός | υποτιμούσα | υποτιμούσες | υποτιμούσε | υποτιμούσαμε | υποτιμούσατε | υποτιμούσαν / υποτιμούσανε |
| Αόριστος | υποτίμησα | υποτίμησες | υποτίμησε | υποτιμήσαμε | υποτιμήσατε | υποτίμησαν / υποτιμήσαν / υποτιμήσανε |
| Μέλλοντας | θα υποτιμήσω / θα υποτιμώ | θα υποτιμήσεις / θα υποτιμείς | θα υποτιμήσει / θα υποτιμεί | θα υποτιμήσουμε / θα υποτιμούμε | θα υποτιμήσετε / θα υποτιμείτε | θα υποτιμήσουν / θα υποτιμήσουνε / θα υποτιμούν / θα υποτιμούνε |
| Παρακείμενος | έχω υποτιμήσει | έχεις υποτιμήσει | έχει υποτιμήσει | έχουμε υποτιμήσει | έχετε υποτιμήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα υποτιμήσει | είχες υποτιμήσει | είχε υποτιμήσει | είχαμε υποτιμήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω υποτιμήσει / να υποτιμήσω / να υποτιμώ | να έχεις υποτιμήσει / να υποτιμήσεις / να υποτιμείς | να έχει υποτιμήσει / να υποτιμήσει / να υποτιμεί | να έχουμε υποτιμήσει / να υποτιμήσουμε / να υποτιμούμε | να έχετε υποτιμήσει / να υποτιμήσετε / να υποτιμείτε | να υποτιμήσουν / να υποτιμήσουνε / να υποτιμούν / να υποτιμούνε |
| Προστακτική | — | υποτίμει / υποτίμησε | — | — | υποτιμήστε / υποτιμείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →