παραγοντισμός
•
- η επικράτηση στην πολιτική ζωή των κομματικών παραγόντων και όχι των ιδεολογικών αρχών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραγοντισμός < παραγοντίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παραγοντισμός | παραγοντισμοί |
| Γενική | παραγοντισμού | παραγοντισμών |
| Αιτιατική | παραγοντισμό | παραγοντισμούς |
| Κλητική | παραγοντισμέ | παραγοντισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →