παράγοντας
•
- αυτό που μαζί με άλλα συναποτελεί ή συνδιαμορφώνει μια ευρύτερη έννοια/ενότητα ή οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- το βιβλίο αναλύει τον οικονομικό παράγοντα των ιστορικών διεργασιών
- ο ψυχολογικός παράγοντας παίζει σπουδαίο ρόλο στην προετοιμασία των αθλητών
- Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οποίες είναι κραυγαλέες. (Ιστορίες της Μεταπολίτευσης, (συλλογικό έργο, επιμελητές Κώστας Κωστής, Σωτήρης Ριζάς, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 24)
- πρόσωπο με δύναμη ή επιρροή ή σημαντική προσφορά σε έναν τομέα Βικιλεξικό
- μαθηματικάαριθμός (ή παράσταση) που πολλαπλασιάζεται με άλλον Βικιλεξικό
- η διαφορά τετραγώνων x²-y² μπορεί να αναλυθεί ως γινόμενο δύο παραγόντων (x+y)(x-y)
Ετυμολογία
παράγοντας < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής παράγων, (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράγων με νεότερη κατάληξη -οντας & μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική facteur ή από την αγγλική factor
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →