παραγωγίζω
•
- μαθηματικάμε υπολογισμούς βρίσκω την παράγωγο μιας συνάρτησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραγωγίζω < παράγωγος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραγωγίζω | παραγωγίζεις | παραγωγίζει | παραγωγίζουμε | παραγωγίζετε | παραγωγίζουν / παραγωγίζουνε |
| Παρατατικός | παραγώγιζα | παραγώγιζες | παραγώγιζε | παραγωγίζαμε | παραγωγίζατε | παραγωγίζαν / παραγωγίζανε / παραγώγιζαν |
| Αόριστος | παραγώγισα | παραγώγισες | παραγώγισε | παραγωγίσαμε | παραγωγίσατε | παραγωγίσαν / παραγωγίσανε / παραγώγισαν |
| Μέλλοντας | θα παραγωγίζω / θα παραγωγίσω | θα παραγωγίζεις / θα παραγωγίσεις | θα παραγωγίζει / θα παραγωγίσει | θα παραγωγίζουμε / θα παραγωγίσουμε | θα παραγωγίζετε / θα παραγωγίσετε | θα παραγωγίζουν / θα παραγωγίζουνε / θα παραγωγίσουν / θα παραγωγίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραγωγίσει | έχεις παραγωγίσει | έχει παραγωγίσει | έχουμε παραγωγίσει | έχετε παραγωγίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραγωγίσει | είχες παραγωγίσει | είχε παραγωγίσει | είχαμε παραγωγίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραγωγίσει / να παραγωγίζω / να παραγωγίσω | να έχεις παραγωγίσει / να παραγωγίζεις / να παραγωγίσεις | να έχει παραγωγίσει / να παραγωγίζει / να παραγωγίσει | να έχουμε παραγωγίσει / να παραγωγίζουμε / να παραγωγίσουμε | να έχετε παραγωγίσει / να παραγωγίζετε / να παραγωγίσετε | να παραγωγίζουν / να παραγωγίζουνε / να παραγωγίσουν / να παραγωγίσουνε |
| Προστακτική | — | παραγώγιζε / παραγώγισε | — | — | παραγωγίζετε / παραγωγίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →