παραδίδω
•
- δίνω κάτι που έχω σε άλλον, το παρέχω, το μεταβιβάζω, το εμπιστεύομαι Βικιλεξικό
- δίνω κάποιον που ελέγχω σε άλλους για τα περαιτέρω Βικιλεξικό
- διδάσκω Βικιλεξικό
- καταδίδω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παραδίδω < μεσαιωνική ελληνική παραδίδω < αρχαία ελληνική παραδίδωμι < παρά + δίδωμι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παραδίδω | παραδίδεις | παραδίδει | παραδίδουμε | παραδίδετε | παραδίδουν / παραδίδουνε |
| Παρατατικός | παρέδιδα | παρέδιδες | παρέδιδε | παραδίδαμε | παραδίδατε | παρέδιδαν / παραδίδαν / παραδίδανε |
| Αόριστος | παρέδωσα | παρέδωσες | παρέδωσε | παραδώσαμε | παραδώσατε | παρέδωσαν / παραδώσαν / παραδώσανε |
| Μέλλοντας | θα παραδίδω / θα παραδώσω | θα παραδίδεις / θα παραδώσεις | θα παραδίδει / θα παραδώσει | θα παραδίδουμε / θα παραδώσουμε | θα παραδίδετε / θα παραδώσετε | θα παραδίδουν / θα παραδίδουνε / θα παραδώσουν / θα παραδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παραδώσει | έχεις παραδώσει | έχει παραδώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παραδώσει | είχες παραδώσει | είχε παραδώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παραδώσει / να παραδίδω / να παραδώσω | να έχεις παραδώσει / να παραδίδεις / να παραδώσεις | να έχει παραδώσει / να παραδίδει / να παραδώσει | να παραδίδουμε / να παραδώσουμε | να παραδίδετε / να παραδώσετε | να παραδίδουν / να παραδίδουνε / να παραδώσουν / να παραδώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε παραδομένο / παράδιδε / παράδωσε | — | — | παραδίδετε / παραδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →