Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράδοση

/paˈɾa.ðo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να παραδίδεις κάτι σε κάποιον, η μεταφορά ενός αντικειμένου σε κάποιον, το δόσιμο Βικιλεξικό
    • Το δέμα μάς ήρθε με παράδοση κατ’ οίκον.
    • Στην πράξη αναφέρεται σε μη εγκατεστημένους μεταφορείς οι οποίοι, αντί να επιστρέψουν χωρίς φορτίο έπειτα από μια διεθνή μεταφορά, αναλαμβάνουν την παράδοση και άλλου φορτίου στη χώρα υποδοχής προτού φτάσουν και πάλι στα σύνορα. (*)
  2. το να παραδίνεται κάποιος (πχ στον εχθρό ή ο καταζητούμενος στην αστυνομία) Βικιλεξικό
  3. η διδασκαλία της επόμενης ενότητας από τον καθηγητή ή τον δάσκαλο Βικιλεξικό
    • το μάθημα αρχίζει με την εξέταση των διδαχθέντων και συνεχίζεται με την παράδοση
  4. τα έθιμα και οι συνήθειες των ανθρώπων, που διατηρούνται από γενιά σε γενιά· οι παγιωμένες συνήθειες ή πρακτικές σε διάφορους τομείς δραστηριότητας Βικιλεξικό
    • Έτσι και το μυθιστόρημα του Ροΐδη αποτελεί ένα πολυδιαστρωματωμένο παλίμψηστο, όπου φράσεις-αποσπάσματα από έργα της φιλοσοφικής και θρησκευτικής παράδοσης -ελληνικής και ευρωπαϊκής- μεταφέρονται στα συμφραζόμενα της Πάπισσας, […].
    • Μαζί με τις κοινωνικές έξεις και παραδόσεις, το αόρατο χέρι της αγοράς όφειλε ακόμα να αντιμετωπίζεται με ιστορική και αξιακή αποστασιοποίηση (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
    • Το έλλειμμα οικουμενικότητας της νεωτερικής ατομοκεντρικής παράδοσης τορπιλίζει την ιδεολογική της ηγεμονία επί των λοιπών παραδόσεων. (Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα : εισηγήσεις συνεδρίου, Ταξιδευτές, 2006, σελ. 112)

Ετυμολογία

παράδοση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράδο(σις) + -ση < παραδίδω < παρά- + δίδω, δόσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαράδοσηπαραδόσεις
Γενικήπαράδοσηςπαραδόσεων
Αιτιατικήπαράδοσηπαραδόσεις
Κλητικήπαράδοσηπαραδόσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →